Αναρτήθηκε από: olpnek | Δεκέμβριος 9, 2012

Δεν κερδίζονται εργατικοί αγώνες με τόσο αδύναμο συνδικαλιστικό κίνημα!


pelizza-da-volpedo-giuseppe-1868-1907-quarto-estado

Πηγή: crystalia patouli

“…η οικονομική κρίση και η θέση της χώρας μας σε καθεστώς επιτήρησης από τους πιστωτές της, βρήκε ήδη αποδυναμωμένο το συνδικαλιστικό κίνημα την ώρα της «μητέρας των μαχών» κατά του Μνημονίου. Ας γίνει κρυστάλλινο: δεν κερδίζονται εργατικοί αγώνες με τόσο χαμηλή συμμετοχή των εργαζομένων στα συνδικάτα και τις δραστηριότητες τους, με τόσο αδύναμο συνδικαλιστικό κίνημα!”, ο Δρ. Θεόδωρος Κουτρούκης, οικονομολόγος της εργασίας και Επικ. Καθηγητής της Οικονομικής των Ανθρωπίνων Πόρων στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη, για τη σημασία του συνδικαλισμού σήμερα στην Ελλάδα, με ταυτόχρονη αναδρομή στην ιστορία του παγκοσμίως, συμμετέχοντας στο δημόσιο διάλογο του tvxs.gr.

Κρ.Π.: Πώς δημιουργήθηκε ιστορικά ο συνδικαλισμός, και πόσα άλλαξαν μετά την εμφάνισή του παγκοσμίως αλλά και στη χώρα μας;

Θ.Κ.: Τα εργατικά σωματεία πρωτοεμφανίστηκαν ως οργανώσεις επαγγελματικής αλληλεγγύης και διεκδίκησης μετά τη βιομηχανική επανάσταση, δηλ. στην Αγγλία, κυρίως στο δεύτερο πρώτο μισό του 19ου αιώνα.

Μετά την νομική αναγνώριση των εργατικών ενώσεων το 1871, η ανάπτυξη του συνδικαλισμού ήταν πλέον ραγδαία. Ανάλογες κινήσεις εργατικής αυτοοργάνωσης έγιναν και σε άλλες βιομηχανικές χώρες.

Ορισμένα γεγονότα-ορόσημα στην ιστορία του διεθνούς συνδικαλισμού ήταν:

α) Η αιματοβαμμένη απεργία για το οκτάωρο στις 4 Μαΐου 1886 στο Σικάγο, όταν η αστυνομία άνοιξε πύρ εναντίον των συγκεντρωμένων εργατών στην πλατεία Haymarket προκαλώντας πολλούς νεκρούς και τραυματίες και γιορτάζεται μετέπειτα ως Εργατική Πρωτομαγιά

β) Η μεγάλη απεργία της 14ης Αυγούστου 1889 στις αποβάθρες του Λονδίνου που κατέληξε σε νίκη των απεργών και εγκαινίασε μια περίοδο ισχυροποίησης του συνδικαλιστικού κινήματος,

γ) Το περιστατικό των Μαρτύρων του Tolpuddle, όταν στην ομώνυμη περιοχή της Αγγλίας τα ηγετικά στελέχη της «Φιλικής Εταιρίας των Εργατών Γης» -που μάχονταν για καλύτερα ημερομίσθια- εξορίστηκαν στην Αυστραλία κι επέστρεψαν αργότερα ως ήρωες της εργατικής τάξης μετά από οξύτατες λαϊκές κι εργατικές αντιδράσεις, και

δ) Η ίδρυση το 2006 της Διεθνούς Συνομοσπονδίας των Εργατικών Συνδικάτων μετά από συγχώνευση δύο  μεγάλων συνομοσπονδιών και που εκπροσωπεί 175 εκατ. εργαζόμενους από 155 χώρες.

Τα πρώτα σπέρματα συνδικαλισμού στη χώρα μας εμφανίστηκαν στο τέλος του 19ου αιώνα που είχαν καθαρά συντεχνιακό χαρακτήρα και στις αρχές του 20ου αιώνα δημιουργήθηκαν διάφορα εργατικά κέντρα. Το 1918 ιδρύθηκε η ΓΣΕΕ, η οποία εκείνη τη χρονική περίοδο ήταν στενά συνδεδεμένη με το σοσιαλιστικό-εργατικό κίνημα.

Σταθμοί στη ιστορία των εργατικών αγώνων στην Ελλάδα ήταν:

  • Οι αγώνες των καπνεργατών της δεκαετία του ‘30 με κορύφωση τον Μάη της Θεσσαλονίκης το 1936.
  • Η άνθηση του κινήματος των εργοστασιακών σωματείων στα τέλη της δεκαετίας του ‘70.
  • Η υιοθέτηση του Νόμου 1264/82 που αναδιοργάνωσε εκ βάθρων το συνδικαλιστικό κίνημα,
  • καθώς και οι εξελίξεις του 1989 όταν για πρώτη φορά μετά το 25ο πανεργατικό συνέδριο εκπροσωπήθηκαν όλες οι πολιτικές τάσεις στη διοίκηση της ΓΣΕΕ.

Κρ.Π.: Πώς λειτουργεί το συνδικαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα;

Θ.Κ.: Με ρομβική δομή, δηλαδή:

  • Στην βάση βρίσκονται τα πρωτοβάθμια σωματεία (κλαδικά/ ομοιεπαγγελματικά ή επιχειρησιακά /εργοστασιακά).
  • Στο δεύτερο βαθμό βρίσκονται δύο μορφές συνδικαλιστικής έκφρασης τα εργατικά κέντρα (τοπικά/ νομαρχιακά) και οι ομοσπονδίες (κλαδικές/ ομοιοεπαγγελματικές).
  • Και στην κορυφή της πυραμίδας είναι η τριτοβάθμια συνομοσπονδία (για τον ιδιωτικό τομέα η ΓΣΕΕ και για τους δημόσιους υπάλληλους η ΑΔΕΔΥ).

Ο συνδικαλισμός στην Ελλάδα την τελευταία τριακονταετία διαχωρίστηκε de facto σε δύο ταχύτητες καθώς βασιζόταν κυρίως α) σε έναν ισχυρό πυλώνα του δημοσίου και των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, και β) έναν ασθενικό πυλώνα του ιδιωτικού τομέα. Δυστυχώς μέχρι σήμερα λόγω θεσμικών εμποδίων και προσωπικών/κομματικών επιδιώξεων δεν έχει γίνει εφικτός ο εκσυγχρονισμός της δομής της συνδικαλιστικής πυραμίδας, τόσο με τη συγχώνευση κλαδικών ομοσπονδιών, όσο και με την ενιαία συνδικαλιστική έκφραση δημοσίων και ιδιωτικών υπαλλήλων, εξέλιξη που θα ισχυροποιούσε το συνδικαλιστικό κίνημα

Κρ.Π.: Τί άλλο θα μπορούσε να πετύχει σήμερα το συνδικαλιστικό κίνημα, που δεν έχει γίνει;

Θ.Κ.: Δεν είναι εύκολο να εκτιμηθεί για δύο κυρίους λόγους:

Ο πρώτος είναι ότι ενώ τα εργατικά συνδικάτα διαθέτουν δομή και δράση που εντοπίζεται κυρίως στο εσωτερικό της χώρας (άσκηση πίεσης στις εργοδοτικές οργανώσεις και τις επιχειρήσεις, πολιτικές πιέσεις στην κυβέρνηση), οι αποφάσεις που αφορούν στη χώρα μας λαμβάνονται σήμερα εν πολλοίς σε υπερεθνικά fora (π.χ. Eurogroup).

Επομένως, σε πολλές περιπτώσεις τα όργανα λήψης αποφάσεων βρίσκονται εκτός του βεληνεκούς των συνδικαλιστικών αγώνων, ενώ τα ευρωπαϊκά συνδικάτα, παρά την αλληλεγγύη που αναμφίβολα επιδεικνύουν, δεν ασχολούνται με στενά εθνικά ζητήματα.

Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με την ισχύ του συνδικαλισμού. Όσο οι εργαζόμενοι – ίσως εν μέρει δικαιολογημένα- αποστρέφονται τα συνδικάτα, τα θεωρούν διεφθαρμένους και γραφειοκρατικούς μηχανισμούς και δεν συμμετέχουν ενεργά στις δράσεις τους είναι φανερό ότι δύσκολα θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για δυνατότητα αποτελεσματικής διεκδίκησης και ιδίως σε συνθήκες ύφεσης και υψηλής ανεργίας.

Κρ.Π.: Πως εξελίχθηκε ο συνδικαλισμός στην Ελλάδα από τη μεταπολίτευση και μετά;

Θ.Κ.: Μετά τη μεταπολίτευση ο συνδικαλισμός συνδέθηκε στενά με τους αγώνες για τον εκδημοκρατισμό της χώρας και την εξάλειψη των καταλοίπων του αυταρχικού μετεμφυλιακού κράτους, που -σε αντίθεση με την δυτικοευρωπαϊκή εμπειρία- θεωρούσε τα εργατικά συνδικάτα ως παράγοντα «κοινωνικής ανωμαλίας» και δεν τα είχε αποδεχθεί ως κοινωνικό συνομιλητή.

Επομένως, τα συνδικάτα εκείνη την εποχή συνδέθηκαν σε μεγάλο βαθμό με πολιτικούς οργανισμούς που πρέσβευαν την αναβάθμιση της θέσης της εργασίας στο κοινωνικοοικονομικού γίγνεσθαι, τη βελτίωση του πλαισίου της εργατικής νομοθεσίας και τον εκσυγχρονισμό των εργασιακών σχέσεων κατά τα πρότυπα των χωρών της Δυτικής Ευρώπης.

Κρ.Π.: Και μετά την πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, το 1981;

Θ.Κ.: Η «Αλλαγή» του 1981 επιφύλαξε έναν νέο πρωτόγνωρο ρόλο για τα εργατικά συνδικάτα.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ‘80 οι εργασιακές σχέσεις στη χώρα εμπλουτίστηκαν με μια σειρά από νομοθετήματα ( Ν.1264/82, Ν. 1365/83, Ν. 1767/88, Ν. 1876/90), τα οποία επιπλέον συνοδεύτηκαν από ισχυρή πολιτική βούληση για συμμετοχή των εκπροσώπων των εργαζομένων στα κέντρα λήψης των αποφάσεων τόσο στο μικροοικονομικό, όσο και στο μακροοικονομικό επίπεδο.

Παρά τις ενδοσυνδικαλιστικές έριδες που εμφανίστηκαν στη ΓΣΕΕ την περίοδο 1985-1988, τα συνδικάτα βρέθηκαν στο τέλος εκείνης της δεκαετίας με ισχυρές δυνατότητες πολιτικής πίεσης και αποτελεσματικού lobbying.

Η αυξημένη πρόσβαση των εργατικών συνδικάτων στην εξουσία προκάλεσε πολλαπλές επιδράσεις:

Αυξημένη διείσδυση των πολιτικών κομμάτων στη ζωή των συνδικάτων και, τούμπαλιν, ισχυρότατος ρόλος των εργατικών συνδικάτων στα εσωτερικά των κομμάτων. Με απλά λόγια, ένα συνδικαλιστικό στέλεχος είχε αυξημένες πιθανότητες να σταδιοδρομήσει στην πολιτική αν προερχόταν από ένα μεγάλο εργατικό συνδικάτο, και αντίστροφα η σταδιοδρομία ενός πολιτευτή θα διευκολύνονταν σε σημαντικό βαθμό αν ο ενδιαφερόμενος είχε στήριξη από κάποια εργατικά σωματεία.

Κάπως έτσι οδηγηθήκαμε στο φαινόμενο των συνδικαλιστών που έγιναν πολιτικοί, αλλά αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο.

Μολαταύτα, παρά τις αδιαμφισβήτητες αδυναμίες τους, δε πρέπει να υποτιμήσουμε και τα επιτεύγματα του συνδικαλισμού τα τελευταία τριάντα χρόνια, καθώς η κοινωνική διάσταση και συνοχή της Ελλάδας του 2010 ήταν πολύ πιο προηγμένη από εκείνη του 1980.

Κρ.Π.: Ποιοί ευθύνονται για το θέμα της «διάβρωσης», όπως λέγεται, των εργατικών συνδικάτων από κομματικές σκοπιμότητες;

Θ.Κ.: Όλα τα πολιτικά κόμματα έχουν το καθένα το δικό του μερίδιο ευθύνης για τη διάβρωση των εργατικών συνδικάτων από κομματικές σκοπιμότητες.
Απλώς, φαίνεται πως τα κόμματα της (κεντρο)αριστεράς αντιλήφθηκαν νωρίτερα την αξία της χρησιμοποίησης των συνδικάτων για τον προσπορισμό πολιτικών/ κομματικών οφελών, ενώ η (κέντρο)δεξιά ακολούθησε λίγο αργότερα.

Είναι, πάντως, γεγονός πως η σύγκρουση των ρόλων του συνδικαλιστικού και του κομματικού στελέχους στα ίδια πρόσωπα, δεν οδήγησε πάντοτε στην καλύτερη δυνατή ισορροπία και σε μερικές περιπτώσεις έπληξε καίρια την ανεξαρτησία των συνδικάτων.

Κρ.Π.: Περί της αποχής κάποιων συνδικαλιστικών στελεχών από τα εργασιακά καθήκοντα τους και το πόσο επηρεάζει την αποτελεσματικότητητά τους στην διεκδίκηση των εργασιακών δικαιωμάτων, τί έχεις να πεις;

Θ.Κ.: Είναι αλήθεια ότι η συζήτηση περί των συνδικαλιστών που κάνουν κατάχρηση των συνδικαλιστικών αδειών και απουσιάζουν συστηματικά από τη θέση εργασίας τους, μερικές φορές –ιδίως στο δημόσιο τομέα- είναι βάσιμη.

Ο νόμος 1264/82 προέβλεψε τη δυνατότητα των αντιπροσώπων των εργαζομένων να απέχουν κάποιο χρονικό διάστημα από την εργασία τους προκειμένου να ασκήσουν τα συνδικαλιστικά τους καθήκοντα πιο αποτελεσματικά. Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη κακό, εκτός αν ξεπερνά το μέτρο.

Κατά τη γνώμη μου ένας συνδικαλιστής θα είναι πολύ πιο αποτελεσματικός στο ρόλο του, αν αφουγκράζεται καθημερινά το σφυγμό και το κλίμα του χώρου εργασίας.

Από την άλλη πλευρά δεν πρέπει να υποτιμηθεί το γεγονός ότι οι ανάγκες της σύγχρονης συνδικαλιστικής οργάνωσης και (πολυεπίπεδης) δράσης απαιτούν την παρουσία έμπειρων και καταρτισμένων επαγγελματικών στελεχών που θα ασχολούνται πλήρως αν όχι αποκλειστικά με τα έργο των συνδικάτων.

Η εποχή του ακτιβιστή εργατικού αντιπροσώπου με την τραγιάσκα καλώς η κακώς έχει παρέλθει και τα συνδικάτα χρειάζονται και στελέχη υψηλής στάθμης. Είναι στο χέρι των ίδιων των εργαζομένων (που εκλέγουν τους εκπροσώπους τους) να βρουν τη χρυσή τομή ανάμεσα στις δύο αυτές αναγκαιότητες και να εκλέξουν εκείνους που θα είναι δίπλα τους στο εργοστάσιο, το κατάστημα ή στο γραφείο.

Κρ.Π.: Τα αποτελέσματα όλων αυτών των μέτρων (των μνημονίων) θα είχαν ληφθεί εάν υπήρχε, υποθετικά, δυνατότερο συνδικαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα;

Θ.Κ.: Δυστυχώς για πολλά χρόνια το σύστημα των εργασιακών σχέσεων είχε μπει στον αυτόματο πιλότο. Ελάχιστοι εργαζόμενοι (ιδίως στον ιδιωτικό τομέα) εκπροσωπούνταν και δραστηριοποιούνταν στα εργατικά συνδικάτα.

Μολαταύτα, όλοι ωφελούνταν από τις συνδικαλιστικές κατακτήσεις, κυρίως διαμέσου θεσμών, όπως η επέκταση των συλλογικών συμβάσεων και στα μη μέλη των εργατικών οργανώσεων και ο μηχανισμός της διαιτησίας, που διασφάλιζε ότι ακόμη και με μηδενικό εργατικό αγώνα όλοι οι εμπλεκόμενοι -στις συλλογικές διαπραγματεύσεις- μισθωτοί θα συμμετείχαν σε μικρότερο η μεγαλύτερο βαθμό στα οφέλη από την αύξηση του ΑΕΠ.

Αυτή η κατάσταση δημιούργησε μια αδράνεια στους απλούς μισθωτούς, τους «καθήλωσε στον καναπέ τους» και τους εμπόδισε να αντιληφθούν εγκαίρως τα μακροπρόθεσμα οφέλη από τη συνδικαλιστική οργάνωση ιδίως σε περιόδους οικονομικής ύφεσης, όπως η περίοδος που διανύουμε. Επομένως, η οικονομική κρίση και η θέση της χώρας μας σε καθεστώς επιτήρησης από τους πιστωτές της, βρήκε ήδη αποδυναμωμένο το συνδικαλιστικό κίνημα την ώρα της «μητέρας των μαχών» κατά του Μνημονίου. Ας γίνει κρυστάλλινο: δεν κερδίζονται εργατικοί αγώνες με τόσο χαμηλή συμμετοχή των εργαζομένων στα συνδικάτα και τις δραστηριότητες τους, με τόσο αδύναμο συνδικαλιστικό κίνημα!

Κρ.Π.: Σήμερα υπάρχουν εργαζόμενοι που εργάζονται π.χ. με μηνιαίο μισθό 280, χωρίς ασφάλιση, δηλ. δεν τηρείται ο βασικός μισθός. Τι μπορεί να κάνει το συνδικαλιστικό κίνημα; Πώς μπορεί να υπερασπίσει τα δικαιώματά του ένας τέτοιος εργαζόμενος σήμερα;

Θ.Κ.: Τις τελευταίες δύο δεκαετίες τα συνδικάτα έχουν γίνει αποδέκτες μιας σφοδρής –και όχι αβάσιμης- κριτικής που επικεντρώθηκε στο γεγονός ότι ο συνδικαλισμός:

α) Ήταν Κρατικοδίαιτος και κομματικά εξαρτημένος.
β) Καθιέρωσε προνόμια

και γ) δημιούργησε δύο διαφορετικές ταχύτητες στις συνθήκες απασχόλησης και κοινωνικής ασφάλισης:

Ευνόησε τους insiders της αγοράς εργασίας σε βάρος των outsiders, πίεσε το πολιτικό σύστημα για προώθηση στενών συντεχνιακών και «ηλικιακών συμφερόντων και τη δημιουργία ευγενών ασφαλιστικών ταμείων, ενώ συχνά χρησιμοποιήθηκε για την προώθηση άνομων ατομικών επιδιώξεων και αθέμιτων πολιτικών φιλοδοξιών.

Όσον αφορά τους νέους εργαζόμενους η αλήθεια είναι ότι η σχέση τους με τα εργατικά συνδικάτα ήταν κακή εκατέρωθεν:

Οι νέοι εργαζόμενοι στην πλειοψηφία τους δεν συνέρρευσαν στις γραμμές των συνδικάτων αδιαφορώντας για τη συνδικαλιστική δράση, ενώ και τα συνδικάτα μερικές φορές δεν απέφυγαν να ανεχθούν -έστω και σιωπηρά- παράδοξες εκτροπές σε βάρος του νεότερου εργατικού δυναμικού, όπως ήταν η διάκριση των εργαζομένων σε «νέους και παλαιούς» με διαφορετικά ασφαλιστικά δικαιώματα, ο καθορισμός χαμηλότερου κατώτατου μισθού για τους εργαζόμενους κάτω των 25 ετών κ.λπ.

Σε μια περίοδο ύφεσης και εκρηκτικής ανεργίας, στην οποία η πρόσβαση στην εργασία από δικαίωμα μετατρέπεται σε προνόμιο, είναι αδήριτη η αναγκαιότητα να έρθουν πιο κοντά οι νέοι με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις και το αντίστροφο.

Όσο κι αν πολλές φορές τα συνδικάτα φαίνονται αναποτελεσματικά κι ελάχιστα γοητευτικά, είναι ο μοναδικός αμυντικός μηχανισμός που διαθέτει η γενιά των 300 και 400 ευρώ μέσα στο «ολοκαύτωμα της αγοράς εργασίας.

Εξάλλου, ιδίως στον ιδιωτικό τομέα, οι παραβιάσεις του θεσμικού πλαισίου είναι στην ημερήσια διάταξη. Η απουσία αποτελεσματικών και ευέλικτων μηχανισμών ελέγχου είναι περισσότερο από εμφανής και τα συνδικάτα πρέπει να πιέσουν όσο μπορούν προς την άσκηση ελέγχων από τις Επιθεωρήσεις Εργασίας.

Κρ.Π.: Πόσο σημαντικός είναι ο συνδικαλισμός και για τη δημοκρατία;

Θ.Κ.: Τα εργατικά συνδικάτα υπάρχουν γιατί ο μεμονωμένος εργαζόμενος διαθέτει πολύ ισχνή διαπραγματευτική δύναμη για να επηρεάσει τις αποφάσεις που σχετίζονται με την εργασία του.

Επειδή ακριβώς το τοπίο της αγοράς εργασίας χωρίς τα εργατικά συνδικάτα ή όποιον άλλον μηχανισμό εκπροσώπησης των εργαζομένων φέρει το μέλλον θα είναι εξαιρετικά αφιλόξενο, ελπίζω πως η ανάγκη για συλλογική δράση και συσσωμάτωση θα γίνει περισσότερο αντιληπτή από τους μισθωτούς στο μέλλον.

Ακόμη κι αν τα ελληνικά συνδικάτα βρίθουν αδυναμιών, ακόμη κι αν μπορούν να καταλογιστούν πολλά σε πρόσωπα και καταστάσεις που παρεισέφρησαν στη δράση τους, το μέγα ερώτημα είναι πώς θα διαμορφωνόταν το σκηνικό στην αγορά εργασίας χωρίς έναν μηχανισμό προώθησης των συμφερόντων των εργαζομένων.

Αναφορικά με το ρόλο τους στην υπεράσπιση της δημοκρατίας δεν πρέπει να λησμονούμε ότι δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις ανά τον κόσμο στις οποίες τα εργατικά συνδικάτα στάθηκαν απέναντι στον ολοκληρωτισμό και προάσπισαν τον κοινοβουλευτισμό καθώς και μορφές της κοινωνικής δημοκρατίας.

Κρ.Π.: Πώς εκτιμάς το μέλλον του συνδικαλισμού στην Ελλάδα;

Θ.Κ.: Σήμερα που κλονίζονται τα ιερά και τα όσια της εργασίας, η χώρα έχει περισσότερο από ποτέ άλλοτε την ανάγκη ενός ισχυρού εργατικού συνδικαλισμού, που όμως θα είναι απαλλαγμένος από τις κακοδαιμονίες του παρελθόντος και θα μπορεί να συμμετέχει ως αξιόπιστος συνομιλητής στις εθνικές και τις ευρωπαϊκές διαδικασίες κοινωνικού διαλόγου.

Τα συνδικάτα οφείλουν να προσανατολιστούν πολύ λιγότερο στη διατήρηση συντεχνιακών επιδιώξεων και μικροσυμφερόντων και να παρέχουν υπηρεσιες προς τα μέλη τους όπως είναι η νομική αντιπροσώπευση και προστασία, η πληροφόρηση, η εκπαίδευση και κατάρτιση, η ιατροφαρμακευτική κάλυψη κ.α.

Επίσης η προσέγγιση των εργαζομένων με νέους τρόπους (συνδικαλισμός της γειτονιάς, εμπλοκή σε δράσεις κοινωνικής οικονομίας κ.λπ.) και η χρήση σύγχρονων εργαλείων, όπως τα social media, μπορεί να προσδώσει προστιθέμενη αξία στη συνδικαλιστική οργάνωση.

Αν το συνδικαλιστικό κίνημα θέλει να οργανώσει το νέο εργατικό δυναμικό στην Ελλάδα του Μνημονίου θα πρέπει να μεταρρυθμίσει την ατζέντα και τις θεσμικές του πρακτικές για να συναντήσει τις ανάγκες των εργαζομένων στα νέα κοιτάσματα απασχόλησης δηλ. τις εταιρίες φύλαξης και καθαρισμού, τα εστιατόρια, τα εμπορικά καταστήματα τα ξενοδοχεία, τις εταιρίες νέας τεχνολογίας, τις κλινικές και τα γραφεία.-

Ο Δρ. Θεόδωρος A. Κουτρούκης είναι οικονομολόγος της εργασίας και Επικ. Καθηγητής της Οικονομικής των Ανθρωπίνων Πόρων στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Είναι Διαιτητής συλλογικών διαπραγματεύσεων στον ΟΜΕΔ και αξιολογητής προγραμμάτων Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου (ΕΚΤ).

Bιβλία:

  • Κοινωνική Ευρώπη: Όψεις της βιομηχανικής δημοκρατίας στις ευρωπαϊκές επιχει­ρή­σεις (σε συνεργασία), Αθήνα: Financial Forum, 1994.
  • Απασχόληση και Εργασιακές Σχέσεις στη δίνη του 21ου αιώνα, Αθήνα: Επιθεώ­ρηση Εργασιακών Σχέσεων, 1998 (σε συνεργασία).
  • Πρακτικά Θέματα στις Εργασιακές Σχέσεις: Η ελληνική και Κοινοτική Συγκυρία (σε συνεργασία), Αθήνα: Γαλαίος, 1992
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: